βοθρί


βοθρί
το [βοθρίον]
μικρός λάκκος μέσα στον φούρνο, όπου συγκεντρώνεται η στάχτη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βόθρος — ο (AM βόθρος) νεοελλ. βαθύς σκεπασμένος λάκκος όπου διοχετεύονται και συγκεντρώνονται ακαθαρσίες αρχ. μσν. λάκκος, όρυγμα στο έδαφος αρχ. κοιλότητα σε βράχο για το πλύσιμο των ρούχων. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βόθρος (με επίθημα * ro ), αποτελεί λέξη ήδη… …   Dictionary of Greek

  • Dibothriocephalus latus — Di|bo|thrio|ce̱|phalus la̱tus [zu di...,1 gr. βοϑριον = kleine Grube, kleine Vertiefung u. gr. ϰεϕαλη = Kopf] m; , ...phali la̱ti: = Diphyllobothrium latum …   Das Wörterbuch medizinischer Fachausdrücke

  • Diphyllobothrium — Di|phyllo|bọ|thrium [di...,1 gr. ϕυλλον = Blatt u. gr. βοϑριον = kleine Grube, kleine Vertiefung] s; s, ...ien [...ien]: Gattung der Bandwürmer (mit zwei Sauggruben ausgestattet). Di|phyllo|bọ|thrium erina̱cei [ ...e i; lat. erinaceus = Igel]:… …   Das Wörterbuch medizinischer Fachausdrücke


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.